Πηγή: magikokouti.gr
"Ό,τι επαναλαμβάνουμε μας καθορίζει"
http://www.magikokouti.gr/rita.htm
Πηγή: mousa.gr
Διάσημος φιλόσοφος, ο τελειωτής της αρχαία ελληνικής φιλοσοφίας. Γεννήθηκε στα Στάγειρα της Μακεδονίας. Σε ηλικία 18 ετών ήλθε στην Αθήνα και κατατάχθηκε στη Σχολή του Πλάτωνος, τη γνωστή Ακαδημία, κοντά στον οποίο μαθήτευσε επί 20 ολόκληρα έτη. Σ’ αυτό το διάστημα σπούδασε την πλατωνική φιλοσοφία, και έθεσε τα θεμέλια της δικής του.
Το 342, τον κάλεσε ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος και ανέλαβε την εκπαίδευση του δεκατριετούς Αλεξάνδρου, που διεκόπη μόλις ο Αλέξανδρος άρχισε να παρασκευάζεται για την κατά των Περσών εκστρατεία. Επέστρεψε στην Αθήνα (335), για να βρει όλους τους δημόσιους τόπους κατειλημμένους από τους διαφόρους φιλοσόφους. Για το λόγο αυτό, ο Αριστοτέλης, άρχισε να φιλοσοφεί με τους φίλους του περιπατώντας, γι’ αυτό και η Σχολή του ονομάσθηκε Περιπατητική Σχολή και οι οπαδοί του περιπατητικοί φιλόσοφοι. Όταν οι μαθητές του πύκνωσαν πολύ, τότε δίδασκε καθήμενος και περιστοιχισμένος από αυτούς.
Οργάνωσε τους μαθητές του κατά το πλατωνικό πρότυπο. Αντίθετα, προς τον ιδεαλιστή Πλάτωνα, είναι ο ιδρυτής του θετικισμού στην ελληνική φιλοσοφία και δημιούργησε τις επιστήμες της Λογικής, της Ψυχολογίας, της Ρητορικής, της Φυσικής και Μεταφυσικής. Στα σωζόμενα συγγράμματά του υπάρχουν αποταμιευμένες γνώσεις που προκαλούσε κατάπληξη, για το πώς ήταν δυνατό ένας άνθρωπος να μπορέσει να συγκεντρώσει τέτοιο πλήθος γνώσεων και να τις συναρμολογήσει και να τις οργανώσει, μόνος, σ‘ ένα τέλειο σύστημα. Για την πρωτοφανή διάνοιά του και την εργατικότητά του, τον είχαν θαυμάσει γενναιόδωροι βασιλείς και ηγεμόνες της Ελλάδος και της Ασίας, και πρώτος απ΄ όλους ο Μέγας Αλέξανδρος.
Η μεγαλοφυΐα του Αριστοτέλη κίνησε το φθόνο των συγχρόνων Αθηναίων φιλοσόφων, οι οποίοι ποικιλοτρόπως τον κατασυκοφάντησαν και τον εξύβρισαν. Ακόμα και ο ανιψιός του Καλλισθένης, ο οποίος συνόδευσε τον Αλέξανδρο στην εκστρατεία, κατηγόρησε στον Αλέξανδρο το μεγάλο φιλόσοφο, και εξύφανε εναντίον του ολόκληρη συνωμοσία, που στεφόταν τάχα κατά της ζωής του Αλεξάνδρου. Κουρασμένος και αηδιασμένος από τον πόλεμο που του είχαν στήσει, ιδίως μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, Αθηναίοι φιλόσοφοι, ο Αριστοτέλης κατέφυγε στη Χαλκίδα, όπου είχε ένα εξοχικό σπίτι, και πέθανε εκεί αυτοεξόριστος και πικραμένος.
Ο νεκρός του μεγάλου φιλοσόφου μεταφέρθηκε στη γενέτειρα πόλη του Στάγειρα και οι συμπολίτες του ανήγειραν βωμό, κοντά στον οποίο οι αρχές της πόλεως πήγαιναν να συσκεφθούν. Ακόμα, όρισαν «Αριστοτέλειον εορτήν», που τελούσαν μια φορά κατ’ έτος, και σε μήνα ονόμασαν Αριστοτέλειον. Στη διαθήκη του Αριστοτέλη, που διέσωσε ο Διογένης ο Λαέρτιος, φαίνεται πεντακάθαρα ο χαρακτήρας του Σταγειρίτη σοφού, που τόσοι ζήτησαν να τον σπιλώσουν: ευγνωμοσύνη, φιλανθρωπία, ανεξικακία, ευσέβεια, ευλάβεια προς τις τελευταίες θελήσεις των απερχομένων οικείων του και πρόνοια για τους επιζώντες.
http://www.mousa.gr/html/aristotelis.html
Η σελίδα αυτή είναι μια "γέφυρα" ενημέρωσης κατά τη διάρκεια συντήρησης των επί μέρους σελίδων μας. Μείνετε μαζί μας.
Σελίδες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη
Τρίτη
Τάδε έφη ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ
Πηγή: kastorianet.gr
« Δύο τα εναντιώτατα ευβουλίς είναι, τάχος τε και οργήν ».
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ
(Δύο πράγματα είναι κυρίως αντίθετα στη λήψη ορθής αποφάσεως, η ταχύτητα και η οργή).
http://www.kastorianet.gr/krikis/keim28.htm
Πηγη: el.wikipedia.org
Ο Θουκυδίδης (περίπου 460 -398 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας ιστορικός, παγκοσμίως γνωστός για τη συγγραφή της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου. Πρόκειται για ένα κλασικό ιστορικό έργο, το πρώτο στο είδος του, που αφηγείται τα γεγονότα του πολέμου μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης (Πελοποννησιακός Πόλεμος, 431 - 404 π.Χ.).
Η ζωή του
Σχεδόν όλα όσα είναι γνωστά για τη ζωή του Θουκυδίδη προέρχονται από τη δική του Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου. Πατέρας του ήταν ο Όλορος, όνομα το οποίο επίσης ανήκε σε πολλούς βασιλείς της Θράκης. Ήταν ιδιοκτήτης χρυσωρυχείων στην παράκτια περιοχή της Θράκης απέναντι από τη Θάσο. Γεννημένος στον Άλιμο, ο Θουκυδίδης είχε συγγενικούς δεσμούς με τον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό Μιλτιάδη και το γιο του Κίμωνα. Η συγγένεια αυτή τον έφερε σε επαφή με τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν την ιστορία της περιόδου για την οποία έγραψε.
Ο Θουκυδίδης ήταν περίπου 25-30 ετών στην αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου (431 π.Χ.). Αρρώστησε και ο ίδιος κατά τον λοιμό που έπληξε την Αθήνα μεταξύ 430 και 427 π.Χ. εξοντώνοντας το ένα τέταρτο του πληθυσμού της, μεταξύ αυτών και τον Περικλή.
Το 424 π.Χ. εκλέχθηκε στρατηγός και ανέλαβε τη διοίκηση 7 πλοίων που αγκυροβολούσαν στη Θάσο, πιθανότατα λόγω των διασυνδέσεών του στην περιοχή. Κατά το χειμώνα του 424/3 π.Χ. ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας επιτέθηκε στην Αμφίπολη, μια παραλιακή πόλη της Μακεδονίας στα δυτικά της Θάσου, στρατηγικής σημασίας για την Αθηναϊκή Συμμαχία, λόγω της ναυπηγήσιμης ξυλείας που πρόσφερε η περιοχή και επειδή βρισκόταν κοντά στα χρυσορυχεία του Παγγαίου. Ο Αθηναίος διοικητής της Αμφίπολης ζήτησε βοήθεια από το Θουκυδίδη.
Ο Βρασίδας, γνωρίζοντας ότι ο Θουκυδίδης βρισκόταν στη Θάσο και φοβούμενος βοήθεια από τη θάλασσα, έσπευσε να προσφέρει ευνοϊκούς όρους στους κατοίκους της Αμφίπολης για παράδοση, τους οποίους και δέχτηκαν. Έτσι όταν ο Θουκυδίδης έφτασε στην Αμφίπολη, η πόλη ήταν ήδη υπό σπαρτιατικό έλεγχο.
Τα νέα για την απώλεια της Αμφίπολης προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στην Αθήνα. Σχετικά με την αποτυχία του να σώσει την πόλη, ο Θουκυδίδης αναφέρει:
Ήταν επίσης γραμμένο να εξοριστώ από την πατρίδα μου για είκοσι χρόνια μετά τα γεγονότα της Αμφίπολης και, όντας παρών και με τις δύο πλευρές της διαμάχης και κυρίως με τους Πελοποννήσιους λόγω της εξορίας μου, είχα το χρόνο να παρακολουθώ τις καταστάσεις κάπως αμερόληπτα.
Χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του εξόριστου για να ταξιδεύει ελεύθερα ανάμεσα στους Πελοποννήσιους συμμάχους, μπόρεσε να δει τον πόλεμο από την οπτική γωνία και των δύο στρατοπέδων. Πιθανόν να ταξίδεψε και στη Σικελία κατά τη Σικελική Εκστρατεία, καθώς υπάρχουν εξαιρετικά παραδείγματα βαθιάς γνώσης των τοπικών συνθηκών. Σε αυτή τη χρονική περίοδο διεξήγαγε σημαντική έρευνα για την ιστορία του.
Σύμφωνα με τον Παυσανία, κάποιος με το όνομα Οινόβιος κατάφερε να περάσει ένα νόμο που επέτρεπε στο Θουκυδίδη να γυρίσει στην Αθήνα, πιθανόν λίγο μετά την παράδοση της Αθήνας και το τέλος του πολέμου το 404 π.Χ. Ο Παυσανίας συνεχίζει λέγοντας ότι δολοφονήθηκε κατά την επιστροφή του στην Αθήνα. Πολλοί αμφισβητούν αυτή την εκδοχή, θεωρώντας πως υπάρχουν ενδείξεις ότι έζησε μέχρι και το 397 π.Χ.
Πάντως όποια από τις δύο απόψεις και αν ισχύει, το σίγουρο είναι ότι παρόλο που έζησε μετά το τέλος του πολέμου, δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την Ιστορία του. Η αφήγησή του τελειώνει απότομα στο μέσο του έτους 411 π.Χ., υποδηλώνοντας ίσως ότι πέθανε κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου. Σύμφωνα με κάποια παράδοση αναφέρεται ότι το κείμενό του βρέθηκε να τελειώνει με μία ανολοκλήρωτη πρόταση. Τα λείψανά του επιστράφηκαν στην Αθήνα και ενταφιάστηκαν στον οικογενειακό τάφο του Κίμωνα.
Χαρακτήρας - Επιρροές
Ο Θουκυδίδης πιθανότατα εκπαιδεύτηκε από τους Σοφιστές, δασκάλους και φιλοσόφους της κλασικής Αθήνας. Αυτοί τον παρότρυναν να μη δέχεται τα πράγματα όπως είναι και να αμφισβητεί τις καθιερωμένες αλήθειες, τον δίδαξαν τις τεχνικές που χρησιμοποίησε στη συγγραφή και τον βοήθησαν να αναπτύξει τις ικανότητες εκείνες που χρησιμοποίησε για να προσεγγίσει την αλήθεια.
Ο χαρακτήρας του λέγεται ότι ήταν ψυχρός, μελαγχολικός και απαισιόδοξος. Ο Θουκυδίδης θαύμαζε τον Περικλή και επιδοκίμαζε την εξουσία που είχε στο λαό, παρόλο που απεχθανόταν τους λαϊκιστές δημαγωγούς που τον ακολουθούσαν. Ο Θουκυδίδης δεν ήταν υπέρμαχος της ριζικής δημοκρατίας που προωθούσε ο Περικλής, αλλά πίστευε ότι ήταν αποδεκτή όταν λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση ενός ικανού ηγέτη.
Επιρροή του Θουκυδίδη στη μετέπειτα ιστοριογραφία [Επεξεργασία]Από τους μεταγενέστερους ιστορικούς, μεταξύ άλλων, επηρεάστηκαν άμεσα από το έργο του Θουκυδίδη οι εξής:
Πολύβιος[1]
Σαλούστιος[2]
Ευνάπιος[3]
Πρίσκος, του οποίου η αφήγηση της πολιορκίας της Ναϊσσού από τον Αττίλα έχει ως πρότυπο την πολιορκία των Πλαταιών,[4][5]
Προκόπιος,[6]
Αγαθίας,[7]
Καντακουζηνός,[8]
Λαόνικος Χαλκοκονδύλης,[9]
Κριτόβουλος.[10]
Επίσης, αν και δεν συγκαταλέγεταισ τους ιστορικούς, ο ρωμαίος ρήτορας Κικέρωνας ήταν από αυτούς που επηρεάστηκαν έντονα από τον αρχαίο Αθηναίο ιστορικό.
Ο ιστορικός Θουκυδίδης
Ο Θουκυδίδης γενικά αναγνωρίζεται ως ένας από τους πρώτους αληθινούς ιστορικούς. Αντίθετα με τον προγενέστερό του Ηρόδοτο (τον αποκαλούμενο από τον Ρωμαίο Κικέρωνα «πατέρα της Ιστορίας»), ο οποίος περιελάμβανε στην ιστορία του φήμες και αναφορές στην μυθολογία και στους θεούς, ο Θουκυδίδης συμβουλευόταν επίμονα και σε μεγάλο βαθμό γραπτά ντοκουμέντα και συνομιλούσε με ανθρώπους που συμμετείχαν ή και πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα τα οποία περιέγραφε. Ίσως και να κατέληξε ασυνείδητα σε ορισμένα βεβιασμένα συμπεράσματα. Για παράδειγμα σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι ο Θουκυδίδης υποτίμησε την περσική επιρροή στις εξελίξεις στην Ελλάδα. Μάλιστα εικάζεται ότι κατά την περίοδο του θανάτου του σχεδίαζε να αναθεωρήσει πλήρως το έργο του, συνειδητοποιώντας αυτή την παράβλεψη. Παρ' ολ’ αυτά υπήρξε ο πρώτος ιστορικός που πάσχισε πραγματικά να είναι πλήρως αντικειμενικός. Με την εισαγωγή της μεθόδου της ιστορικής αιτιότητας (της αναζήτησης των βαθύτερων αιτιών ενός γεγονότος) υπήρξε ο πρώτος που προσέγγισε με επιστημονικό τρόπο την ιστορία.
Η μόνη σημαντική διαφορά μεταξύ του έργου του Θουκυδίδη και ενός σύγχρονου ιστορικού έργου είναι ότι ο Θουκυδίδης συμπεριλαμβάνει στην Ιστορία του μακροσκελείς λόγους πολιτικών προσώπων, οι οποίοι, όπως επισημαίνει ο ίδιος, είναι η καλύτερη δυνατή απόδοση, δεδομένων των περιορισμών της μνήμης, των όσων λέχθηκαν (ίσως αυτών που ίδιος πίστευε ότι πρέπει να λέχθηκαν). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Περικλέους Επιτάφιος (ο λόγος τον οποίο ο Περικλής εκφώνησε για τους πρώτους νεκρούς του πολέμου).
Ίσως η επιτομή της έρευνας του Θουκυδίδη πάνω στα βαθύτερα αίτια του πολέμου να είναι ο Μηλίων Διάλογος. Πρόκειται για ένα ασυνήθιστο απόσπασμα, καθώς είναι γραμμένο σε μορφή που θυμίζει θεατρικό έργο. Σ' αυτό αναδεικνύεται καθαρά ο ιμπεριαλιστικός κυνισμός των Αθηναίων, οι οποίοι αρνούνται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης ή της ουδετερότητας στους Μηλίους. Πρόκειται για ένα έμμεσο αλλά σαφές σχόλιο σχετικά με την αναγκαιότητα μιας ηθικής βασισμένης στη λογική και όχι στη δύναμη, προκειμένου κάποια στιγμή στο μέλλον να σταματήσουν οι πόλεμοι και η ανθρώπινη εκμετάλλευση. Με άλλα λόγια, ως πραγματική αιτία του πολέμου παρουσιάζεται η άρνηση των Αθηναίων να χρησιμοποιήσουν τη λογική στις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους, και η επιμονή τους να επεκτείνουν συνεχώς την ηγεμονία τους βασιζόμενοι στη στρατιωτική και οικονομική δύναμή τους, πράγμα το οποίο οι Πελοποννήσιοι (το αντίπαλο δέος) φυσικά δεν μπορούσαν να ανεχτούν.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Θουκυδίδης δεν εξετάζει την τέχνη, τη λογοτεχνία ή την κοινωνία της εποχής εκείνης, αλλά αυστηρά ό,τι θεωρούσε ό,τι σχετιζόταν με τον πόλεμο, και αυτό γιατί περιέγραφε ένα συγκεκριμένο γεγονός και όχι μια ιστορική περίοδο. Επίσης άξιο προσοχής αποτελεί τ' ότι είχε συναίσθηση της σπουδαιότητας που θα είχε το έργο του για τις μελλοντικές γενιές, όπως φαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα:
Καὶ εἰς μὲν ἀκρόασιν ἴσως τὸ μὴ μυθῶδες αὐτῶν ἀτερπέστερον φανεῖται, ὃσοι δὲ βουλήσονται τῶν τε γενομένων τὸ σαφὲς σκοπεῖν καὶ τῶν μελλόντων ποτὲ αῦθις κατὰ τὸ ἀνθρώπειον τοιούτων καὶ παραπλησίων ἔσεσθαι, ὠφέλιμα κρίνειν αὐτὰ ἀρκούντως ἔξει. Κτῆμα τε ἐς ἀεῖ μᾶλλον ἢ ἀγώνισμα εἰς τὸ παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται. (1. 22)
(Κατά την ακρόαση ίσως η ιστορία αυτή να φανεί λιγότερο διασκεδαστική απ’ ό,τι θα έπρεπε, καθώς δεν μοιάζει με παραμύθι. Θα μου είναι όμως αρκετό να την κρίνουν ωφέλιμη εκείνοι, οι οποίοι θέλουν να έχουν μιαν σαφή εικόνα των όσων έχουν γίνει, ή μιαν πρόβλεψη των όσων θα γίνουν, με παρόμοιο τρόπο, όπως συνήθως συμβαίνει με την ανθρώπινη ιστορία. Και όντως έχει συντεθεί για ν' αποτελέσει περισσότερο αιώνιο κτήμα των ανθρώπων, παρά για να διαβάζεται σε γιορτές και ρητορικούς αγώνες.) (ελεύθερη απόδοση)
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%BF%CF%85%CE%BA%CF%85%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82
« Δύο τα εναντιώτατα ευβουλίς είναι, τάχος τε και οργήν ».
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ
(Δύο πράγματα είναι κυρίως αντίθετα στη λήψη ορθής αποφάσεως, η ταχύτητα και η οργή).
http://www.kastorianet.gr/krikis/keim28.htm
Πηγη: el.wikipedia.org
Ο Θουκυδίδης (περίπου 460 -398 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας ιστορικός, παγκοσμίως γνωστός για τη συγγραφή της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου. Πρόκειται για ένα κλασικό ιστορικό έργο, το πρώτο στο είδος του, που αφηγείται τα γεγονότα του πολέμου μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης (Πελοποννησιακός Πόλεμος, 431 - 404 π.Χ.).
Η ζωή του
Σχεδόν όλα όσα είναι γνωστά για τη ζωή του Θουκυδίδη προέρχονται από τη δική του Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου. Πατέρας του ήταν ο Όλορος, όνομα το οποίο επίσης ανήκε σε πολλούς βασιλείς της Θράκης. Ήταν ιδιοκτήτης χρυσωρυχείων στην παράκτια περιοχή της Θράκης απέναντι από τη Θάσο. Γεννημένος στον Άλιμο, ο Θουκυδίδης είχε συγγενικούς δεσμούς με τον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό Μιλτιάδη και το γιο του Κίμωνα. Η συγγένεια αυτή τον έφερε σε επαφή με τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν την ιστορία της περιόδου για την οποία έγραψε.
Ο Θουκυδίδης ήταν περίπου 25-30 ετών στην αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου (431 π.Χ.). Αρρώστησε και ο ίδιος κατά τον λοιμό που έπληξε την Αθήνα μεταξύ 430 και 427 π.Χ. εξοντώνοντας το ένα τέταρτο του πληθυσμού της, μεταξύ αυτών και τον Περικλή.
Το 424 π.Χ. εκλέχθηκε στρατηγός και ανέλαβε τη διοίκηση 7 πλοίων που αγκυροβολούσαν στη Θάσο, πιθανότατα λόγω των διασυνδέσεών του στην περιοχή. Κατά το χειμώνα του 424/3 π.Χ. ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας επιτέθηκε στην Αμφίπολη, μια παραλιακή πόλη της Μακεδονίας στα δυτικά της Θάσου, στρατηγικής σημασίας για την Αθηναϊκή Συμμαχία, λόγω της ναυπηγήσιμης ξυλείας που πρόσφερε η περιοχή και επειδή βρισκόταν κοντά στα χρυσορυχεία του Παγγαίου. Ο Αθηναίος διοικητής της Αμφίπολης ζήτησε βοήθεια από το Θουκυδίδη.
Ο Βρασίδας, γνωρίζοντας ότι ο Θουκυδίδης βρισκόταν στη Θάσο και φοβούμενος βοήθεια από τη θάλασσα, έσπευσε να προσφέρει ευνοϊκούς όρους στους κατοίκους της Αμφίπολης για παράδοση, τους οποίους και δέχτηκαν. Έτσι όταν ο Θουκυδίδης έφτασε στην Αμφίπολη, η πόλη ήταν ήδη υπό σπαρτιατικό έλεγχο.
Τα νέα για την απώλεια της Αμφίπολης προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στην Αθήνα. Σχετικά με την αποτυχία του να σώσει την πόλη, ο Θουκυδίδης αναφέρει:
Ήταν επίσης γραμμένο να εξοριστώ από την πατρίδα μου για είκοσι χρόνια μετά τα γεγονότα της Αμφίπολης και, όντας παρών και με τις δύο πλευρές της διαμάχης και κυρίως με τους Πελοποννήσιους λόγω της εξορίας μου, είχα το χρόνο να παρακολουθώ τις καταστάσεις κάπως αμερόληπτα.
Χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του εξόριστου για να ταξιδεύει ελεύθερα ανάμεσα στους Πελοποννήσιους συμμάχους, μπόρεσε να δει τον πόλεμο από την οπτική γωνία και των δύο στρατοπέδων. Πιθανόν να ταξίδεψε και στη Σικελία κατά τη Σικελική Εκστρατεία, καθώς υπάρχουν εξαιρετικά παραδείγματα βαθιάς γνώσης των τοπικών συνθηκών. Σε αυτή τη χρονική περίοδο διεξήγαγε σημαντική έρευνα για την ιστορία του.
Σύμφωνα με τον Παυσανία, κάποιος με το όνομα Οινόβιος κατάφερε να περάσει ένα νόμο που επέτρεπε στο Θουκυδίδη να γυρίσει στην Αθήνα, πιθανόν λίγο μετά την παράδοση της Αθήνας και το τέλος του πολέμου το 404 π.Χ. Ο Παυσανίας συνεχίζει λέγοντας ότι δολοφονήθηκε κατά την επιστροφή του στην Αθήνα. Πολλοί αμφισβητούν αυτή την εκδοχή, θεωρώντας πως υπάρχουν ενδείξεις ότι έζησε μέχρι και το 397 π.Χ.
Πάντως όποια από τις δύο απόψεις και αν ισχύει, το σίγουρο είναι ότι παρόλο που έζησε μετά το τέλος του πολέμου, δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την Ιστορία του. Η αφήγησή του τελειώνει απότομα στο μέσο του έτους 411 π.Χ., υποδηλώνοντας ίσως ότι πέθανε κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου. Σύμφωνα με κάποια παράδοση αναφέρεται ότι το κείμενό του βρέθηκε να τελειώνει με μία ανολοκλήρωτη πρόταση. Τα λείψανά του επιστράφηκαν στην Αθήνα και ενταφιάστηκαν στον οικογενειακό τάφο του Κίμωνα.
Χαρακτήρας - Επιρροές
Ο Θουκυδίδης πιθανότατα εκπαιδεύτηκε από τους Σοφιστές, δασκάλους και φιλοσόφους της κλασικής Αθήνας. Αυτοί τον παρότρυναν να μη δέχεται τα πράγματα όπως είναι και να αμφισβητεί τις καθιερωμένες αλήθειες, τον δίδαξαν τις τεχνικές που χρησιμοποίησε στη συγγραφή και τον βοήθησαν να αναπτύξει τις ικανότητες εκείνες που χρησιμοποίησε για να προσεγγίσει την αλήθεια.
Ο χαρακτήρας του λέγεται ότι ήταν ψυχρός, μελαγχολικός και απαισιόδοξος. Ο Θουκυδίδης θαύμαζε τον Περικλή και επιδοκίμαζε την εξουσία που είχε στο λαό, παρόλο που απεχθανόταν τους λαϊκιστές δημαγωγούς που τον ακολουθούσαν. Ο Θουκυδίδης δεν ήταν υπέρμαχος της ριζικής δημοκρατίας που προωθούσε ο Περικλής, αλλά πίστευε ότι ήταν αποδεκτή όταν λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση ενός ικανού ηγέτη.
Επιρροή του Θουκυδίδη στη μετέπειτα ιστοριογραφία [Επεξεργασία]Από τους μεταγενέστερους ιστορικούς, μεταξύ άλλων, επηρεάστηκαν άμεσα από το έργο του Θουκυδίδη οι εξής:
Πολύβιος[1]
Σαλούστιος[2]
Ευνάπιος[3]
Πρίσκος, του οποίου η αφήγηση της πολιορκίας της Ναϊσσού από τον Αττίλα έχει ως πρότυπο την πολιορκία των Πλαταιών,[4][5]
Προκόπιος,[6]
Αγαθίας,[7]
Καντακουζηνός,[8]
Λαόνικος Χαλκοκονδύλης,[9]
Κριτόβουλος.[10]
Επίσης, αν και δεν συγκαταλέγεταισ τους ιστορικούς, ο ρωμαίος ρήτορας Κικέρωνας ήταν από αυτούς που επηρεάστηκαν έντονα από τον αρχαίο Αθηναίο ιστορικό.
Ο ιστορικός Θουκυδίδης
Ο Θουκυδίδης γενικά αναγνωρίζεται ως ένας από τους πρώτους αληθινούς ιστορικούς. Αντίθετα με τον προγενέστερό του Ηρόδοτο (τον αποκαλούμενο από τον Ρωμαίο Κικέρωνα «πατέρα της Ιστορίας»), ο οποίος περιελάμβανε στην ιστορία του φήμες και αναφορές στην μυθολογία και στους θεούς, ο Θουκυδίδης συμβουλευόταν επίμονα και σε μεγάλο βαθμό γραπτά ντοκουμέντα και συνομιλούσε με ανθρώπους που συμμετείχαν ή και πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα τα οποία περιέγραφε. Ίσως και να κατέληξε ασυνείδητα σε ορισμένα βεβιασμένα συμπεράσματα. Για παράδειγμα σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι ο Θουκυδίδης υποτίμησε την περσική επιρροή στις εξελίξεις στην Ελλάδα. Μάλιστα εικάζεται ότι κατά την περίοδο του θανάτου του σχεδίαζε να αναθεωρήσει πλήρως το έργο του, συνειδητοποιώντας αυτή την παράβλεψη. Παρ' ολ’ αυτά υπήρξε ο πρώτος ιστορικός που πάσχισε πραγματικά να είναι πλήρως αντικειμενικός. Με την εισαγωγή της μεθόδου της ιστορικής αιτιότητας (της αναζήτησης των βαθύτερων αιτιών ενός γεγονότος) υπήρξε ο πρώτος που προσέγγισε με επιστημονικό τρόπο την ιστορία.
Η μόνη σημαντική διαφορά μεταξύ του έργου του Θουκυδίδη και ενός σύγχρονου ιστορικού έργου είναι ότι ο Θουκυδίδης συμπεριλαμβάνει στην Ιστορία του μακροσκελείς λόγους πολιτικών προσώπων, οι οποίοι, όπως επισημαίνει ο ίδιος, είναι η καλύτερη δυνατή απόδοση, δεδομένων των περιορισμών της μνήμης, των όσων λέχθηκαν (ίσως αυτών που ίδιος πίστευε ότι πρέπει να λέχθηκαν). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Περικλέους Επιτάφιος (ο λόγος τον οποίο ο Περικλής εκφώνησε για τους πρώτους νεκρούς του πολέμου).
Ίσως η επιτομή της έρευνας του Θουκυδίδη πάνω στα βαθύτερα αίτια του πολέμου να είναι ο Μηλίων Διάλογος. Πρόκειται για ένα ασυνήθιστο απόσπασμα, καθώς είναι γραμμένο σε μορφή που θυμίζει θεατρικό έργο. Σ' αυτό αναδεικνύεται καθαρά ο ιμπεριαλιστικός κυνισμός των Αθηναίων, οι οποίοι αρνούνται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης ή της ουδετερότητας στους Μηλίους. Πρόκειται για ένα έμμεσο αλλά σαφές σχόλιο σχετικά με την αναγκαιότητα μιας ηθικής βασισμένης στη λογική και όχι στη δύναμη, προκειμένου κάποια στιγμή στο μέλλον να σταματήσουν οι πόλεμοι και η ανθρώπινη εκμετάλλευση. Με άλλα λόγια, ως πραγματική αιτία του πολέμου παρουσιάζεται η άρνηση των Αθηναίων να χρησιμοποιήσουν τη λογική στις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους, και η επιμονή τους να επεκτείνουν συνεχώς την ηγεμονία τους βασιζόμενοι στη στρατιωτική και οικονομική δύναμή τους, πράγμα το οποίο οι Πελοποννήσιοι (το αντίπαλο δέος) φυσικά δεν μπορούσαν να ανεχτούν.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Θουκυδίδης δεν εξετάζει την τέχνη, τη λογοτεχνία ή την κοινωνία της εποχής εκείνης, αλλά αυστηρά ό,τι θεωρούσε ό,τι σχετιζόταν με τον πόλεμο, και αυτό γιατί περιέγραφε ένα συγκεκριμένο γεγονός και όχι μια ιστορική περίοδο. Επίσης άξιο προσοχής αποτελεί τ' ότι είχε συναίσθηση της σπουδαιότητας που θα είχε το έργο του για τις μελλοντικές γενιές, όπως φαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα:
Καὶ εἰς μὲν ἀκρόασιν ἴσως τὸ μὴ μυθῶδες αὐτῶν ἀτερπέστερον φανεῖται, ὃσοι δὲ βουλήσονται τῶν τε γενομένων τὸ σαφὲς σκοπεῖν καὶ τῶν μελλόντων ποτὲ αῦθις κατὰ τὸ ἀνθρώπειον τοιούτων καὶ παραπλησίων ἔσεσθαι, ὠφέλιμα κρίνειν αὐτὰ ἀρκούντως ἔξει. Κτῆμα τε ἐς ἀεῖ μᾶλλον ἢ ἀγώνισμα εἰς τὸ παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται. (1. 22)
(Κατά την ακρόαση ίσως η ιστορία αυτή να φανεί λιγότερο διασκεδαστική απ’ ό,τι θα έπρεπε, καθώς δεν μοιάζει με παραμύθι. Θα μου είναι όμως αρκετό να την κρίνουν ωφέλιμη εκείνοι, οι οποίοι θέλουν να έχουν μιαν σαφή εικόνα των όσων έχουν γίνει, ή μιαν πρόβλεψη των όσων θα γίνουν, με παρόμοιο τρόπο, όπως συνήθως συμβαίνει με την ανθρώπινη ιστορία. Και όντως έχει συντεθεί για ν' αποτελέσει περισσότερο αιώνιο κτήμα των ανθρώπων, παρά για να διαβάζεται σε γιορτές και ρητορικούς αγώνες.) (ελεύθερη απόδοση)
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%BF%CF%85%CE%BA%CF%85%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)